2009/05/17

Τυροπιτάκια της στιγμής ...

Υλικά: Λίγη φέτα, λίγο αλεύρι, δυόσμος, λίγο πιπέρι, λίγο γιαούρτι (αν η φέτα είναι πολύ σκληρή), ένα αυγό.

Προετοιμασία: Ανακατεύουμε τα υλικά σε ένα μπολ και τα ρίχνουμε κουταλιές, κουταλιές σε ένα λαδωμένο ταψάκι. Τα βάζουμε στο φούρνο στους 180° μέχρι να ροδίσουν.

2009/03/28

Οι πατριώτες

Μικρός τραγουδούσε το «Ω λυγερόν και κοπτερόν σπαθί μου». Ως μπόμπιρας επισκέφτηκε την Αγιά Σοφιά κι έκανε φαρδιά-πλατιά τον σταυρό του, μπροστά στα έντρομα μάτια των συγγενών του. Στο Δημοτικό, στις εθνικές επετείους συνόδευε πάντα τη σημαία ντυμένος τσολιάς και απήγγειλε το πατροπαράδοτο ποίημα κατά την κατάθεση στεφάνου στο μνημείο των πεσόντων. Ως πρόσκοπος, έμαθε να σέβεται τη σημαία, να τιμά τον αρχηγό του κράτους και να παραδειγματίζεται από την ιστορία και τις θυσίες των προγόνων.

Η οικογένεια της μητέρας του έχασε τα πάντα όταν τους απέλασαν από την Πόλη την δεκαετία του ’60. Οι ιστορίες της γιαγιάς για τις αγαθές καθημερινές σχέσεις με τους Τούρκους της γειτονιάς τον βοήθησαν αργότερα να καταλάβει ότι ο πραγματικός πατριώτης φροντίζει για την πνευματική ανόρθωση της πατρίδας του και όχι για την εξόντωση των προαιώνιων εχθρών. Από την άλλη, στο σχολείο έμαθε για την ανωτερότητα της φυλής και τα κλέη των προγόνων, αλλά αυτό τον έκανε να νοιώσει πως ο πραγματικός πατριώτης πρώτα απ’ όλα αγαπά τους συμπατριώτες του γιατί όλοι μαζί είναι που δυναμώνουν την πατρίδα και την κάνουν μεγάλη. «Είμαστε πολύ λίγοι για να έχουμε την πολυτέλεια να αλληλοφαγωνόμαστε», συνήθιζε να λέει. Για τον μεταπολεμικό διαχωρισμό των Ελλήνων σε εθνικόφρονες και κουμμουνιστάς, ο φίλος μας θεωρούσε ότι αποτελούσε τεχνητό διαχωρισμό όμοιο με τους διαχωρισμούς ορθόδοξοι-καθολικοί, λευκοί-μαύροι, πιστοί-άπιστοι, εμείς και οι άλλοι. Θεωρούσε, όπως έλεγε κι η Κωσταντινουπολίτισσα γιαγιά πως οι άνθρωποι χωρίζονται σε καλές ψυχές και σε κακότροπους, σε χορτάτα μάτια και σε αχόρταγα ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος ή γλώσσας.

Ο φίλος μας, θεωρούσε τέλος πως η καλύτερη έκφραση του πατριωτισμού του ήταν να κάνει σωστά την δουλειά του σε όποια θέση και αν βρισκόταν. Στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στο Στρατό. Α! Ο Στρατός! Υποτίθεται ότι εκεί όλοι έπρεπε να είναι πατριώτες, πιστοί στο καθήκον και σεβόμενοι τα σύμβολα και τις αρχές. Ιδίως οι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί. Δυστυχώς, η πραγματικότητα αποδείχτηκε κάπως διαφορετική. Ευτυχώς ο φίλος μας είχε αποφασίσει από την αρχή να μην λουφάρει αλλά να προσφέρει στη μικρή κοινωνία του λόχου ή του τάγματος τον καλύτερό του εαυτό. Αγγαρεία στην Καλλιόπη; Ευχαρίστως, κάποιος πρέπει να καθαρίσει κι εκεί για να μην αρρωστήσουμε όλοι. Αγγαρεία στα μαγειρεία; Φυσικά, και στο σπίτι μας κάποιος πρέπει να ετοιμάσει το φαγητό. Γερμανικό νούμερο στη σκοπιά; Κάποιος πρέπει να φυλάξει το στρατόπεδο και από τις δύο μέχρι τις τέσσερεις. Βέβαια αυτό δεν σήμαινε ότι ήταν και διατεθειμένος να υποστεί τα καψόνια και τις άλλες ταπεινώσεις των παλιότερων. Αν κάποιος είχε ψυχολογικά προβλήματα και ήθελε να βγάλει τα απωθημένα του στους νέους φαντάρους οι άλλοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να τον υπακούσουν. Επειδή ήταν καλλιγράφος, ο φίλος μας είχε αναλάβει υπηρεσία γραφείου κι έτσι είχε την ευκαιρία να διαβάσει τους στρατιωτικούς κανονισμούς. Και κατάλαβε ότι όφειλε να εκτελεί μόνο τις διαταγές που είχαν σχέση με την υπηρεσία. Έτσι, όταν ένα δεκανέας προσπάθησε να κάνει καψόνι σε έναν δύστυχο νεοσύλλεκτο, ο φίλος μας υπενθύμισε θαρραλέα πως η διαταγή δεν είχε σχέση με την υπηρεσία και συνεπώς δεν έπρεπε να εκτελεστεί. Ουδείς τόλμησε να διατυπώσει αντίρρηση πολύ περισσότερο που η υπενθύμιση συνοδευόταν και από την σχετική αναφορά στον αντίστοιχο στρατιωτικό κανονισμό.

Όταν μετατέθηκε στο τάγμα εκπαίδευσης ο φίλος μας διορίστηκε σχεδόν αμέσως σε υπηρεσία γραφείου. Πρώτα ως δακτυλογράφος, επειδή ο μέχρι τότε δακτυλογράφος ήθελε να πάρει άδεια. Στη συνέχεια, ως υπεύθυνος του πρωτοκόλλου και γραφέας γενικών καθηκόντων στο πρώτο γραφείο, δηλαδή στο γραφείο που είναι αρμόδιο για το προσωπικό και τα διοικητικά θέματα. Επειδή ήταν επιμελής, επειδή διάβαζε προσεκτικά ό,τι έπεφτε στα χέρια του, επειδή χρησιμοποιούσε το μυαλό του και, το κυριότερο, επειδή δεν φοβόταν τη δουλειά, έμαθε όλα τα μυστικά της στρατιωτικής γραφειοκρατίας του τάγματος. Αργότερα θα μάθαινε και τα μυστικά της γραφειοκρατίας του Γενικού Επιτελείου αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία που θα την πούμε κάποιαν άλλη φορά. Έτσι, όταν ο υπολοχαγός που εκτελούσε χρέη διευθυντή του πρώτου γραφείου θέλησε να πάρει άδεια, ήταν φυσικό να καλέσει το φίλο μας και να του αναθέσει καθήκοντα.

- Θα έχεις την ευθύνη για όλο το γραφείο, του είπε σοβαρά. Τα έγγραφα που θα συντάσσεις θα τα υπογράφει ως αρμόδιος ο λοχαγός του τρίτου γραφείου.
- Μάλιστα κύριε λοχαγέ, απάντησε πρόθυμα ο φίλος μας. Κανένα πρόβλημα. Μήπως έχετε κάποια ειδική συμβουλή ή επιθυμία;
- Σου αφήνω μια στοίβα «Προς ενέργεια», είπε ο υπολοχαγός. Ελπίζω, όταν θα γυρίσω να την έχεις κατεβάσει λίγο.

Στον ένα μήνα που έλειψε ο υπολοχαγός, ο φίλος μας εργάστηκε ευσυνείδητα. Κάλυψε όχι μόνον τα νεοεισερχόμενα έγγραφα αλλά και τα υπόλοιπα «Προς ενέργεια». Τελευταίο έγγραφο στην στοίβα ήταν ένα πακέτο που αφορούσε έναν στρατιώτη του τάγματος που την εποχή εκείνη εκτελούσε χρέη σιτιστή. Φρόντιζε δηλαδή να αγοράζει λαχανικά και άλλα τρόφιμα και οργάνωνε με τους μάγειρες το καθημερινό μενού του λόχου διοικήσεως του τάγματος. Ο σιτιστής φαίνεται πως έκανε πολύ καλά τη δουλειά του και δεν έκλεβε, γιατί οι στρατιώτες έτρωγαν καλά και αρκετά. Επιπλέον, ο φίλος μας είχε διαπιστώσει ότι επρόκειτο για έναν συμπαθητικό, ευγενικό, λιγομίλητο τύπο του οποίου η σχετικά εκτεταμένη φαλάκρα υποδήλωνε μια κάπως προχωρημένη ηλικία.

Από τη μελέτη του σχετικά ογκώδη φακέλου, ο Γιώργος διαπίστωσε ότι ο σιτιστής είχε γεννηθεί στην βόρεια Ελλάδα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Οι γονείς του είχαν μεταναστεύσει στην Τσεχοσλοβακία όπου και μεγάλωσαν τον γιό τους. Με τις διευκολύνσεις που δόθηκαν μετά τη μεταπολίτευση, ο σιτιστής μας επέστρεψε στην πατρίδα και ως πατριώτης αποφάσισε να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Όμως δεν λογάριασε πως η πατρίδα εφαρμόζει κατά γράμμα το βιβλικό «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα». Ως αδήλωτος του είχε επιβληθεί αυτόματα διοικητική ποινή δύο μηνών πρόσθετης υπηρεσίας. Και επειδή δεν είχε παρουσιαστεί στο στρατό όταν κλήθηκε η κλάση του, κηρύχτηκε λιποτάχτης και του επιβλήθηκαν άλλοι 24 μήνες πρόσθετη υπηρεσία, χώρια το στρατοδικείο για τη λιποταξία. Ευτυχώς, επειδή τελικά παρουσιάστηκε, το στρατοδικείο τον αθώωσε αλλά του έμειναν 28 μήνες πρόσθετη θητεία, όσο δηλαδή ήταν τότε η κανονική θητεία στο στρατό ξηράς. Μάλιστα πλησίαζε να συμπληρώσει θητεία 24 μηνών μετά τους οποίους έμπαινε στην «παρατεταμένη» λεγόμενη θητεία και η πρόσθετη υπηρεσία ήταν αδύνατον να διαγραφεί.

Διαβάζοντας τον φάκελο, ο φίλος μας κατάλαβε ότι ο σιτιστής είχε ήδη απευθυνθεί στο στρατολογικό του γραφείο ζητώντας τη διαγραφή της πρόσθετης θητείας, αλλά το στρατολογικό γραφείο είχε διαβιβάσει εδώ και αρκετούς μήνες τον φάκελο στο Τάγμα, δεδομένου ότι για όσους υπηρετούν, αρμόδια στρατολογική αρχή ήταν η μονάδα τους ενώ για τη διαγραφή της πρόσθετης υπηρεσίας αρμόδια αρχή ήταν η προϊσταμένη Στρατιά. Έβαλε αμέσως το μυαλό του να δουλέψει και με βάση τις υποδείξεις του στρατολογικού γραφείου συνέταξε ένα έγγραφο με το οποίο διαβίβασε τον φάκελο ιεραρχικά στην προϊστάμενη Μεραρχία με εισήγηση για τη διαγραφή της πρόσθετης υπηρεσίας δεδομένης και της πολύ καλής διαγωγής του δύστυχου σιτιστή.

- Μου φαίνεται ότι με βάζεις να καθαρίσω τους στάβλους του Αυγεία, είπε στο φίλο μας ο λοχαγός του τρίτου γραφείου που έπρεπε να προσυπογράψει το κείμενο.
- Μα ο κύριος υπολοχαγός μου ζήτησε να αδειάσω τη στοίβα των «Προς ενέργεια», κύριε λοχαγέ. Εξάλλου δεν βγαίνω κάθε βράδυ να μεθοκοπάω στις γύρω ταβέρνες κι έτσι ακόμη και τον ελεύθερο χρόνο μου τον διαθέτω στο γραφείο.

Ανάλογες ερωτήσεις όμως έκανε και ο διοικητής. Αυτός μόλις είχε καταφθάσει στο Τάγμα από την ΚΥΠ όπου είχε υπηρετήσει σχεδόν επί δεκαετία, το μεγαλύτερο μέρος επί χούντας.

- Τι στρατιώτης είναι αυτός; ρώτησε αυστηρά το φίλο μας.
- Άριστος κύριε διοικητά. Είναι ο σιτιστής μας, και σας διαβεβαιώνω ότι τρώμε πολύ καλά από τότε που ανέλαβε.
- Αφού το λες εσύ θα ’ναι αλήθεια, είπε ο διοικητής που επειδή έβλεπε τη δουλειά που έκανε ο φίλος μας, είχε αρχίσει να τον συμπαθεί.

Η υπογραφή μπήκε και το πακέτο διαβιβάστηκε στη Μεραρχία με το επόμενο ταχυδρομείο. Κι ο φίλος μας ασχολήθηκε με τα τελευταία πλέον εναπομένοντα έγγραφα της στοίβας, κάποια απολυτήρια που έπρεπε να κοινοποιηθούν στα αρμόδια στρατολογικά γραφεία.

Σε λίγες μέρες γύρισε και ο υπολοχαγός. Η στοίβα είχε αδειάσει. Ευχαριστημένος, έδωσε συγχαρητήρια στο φίλο μας, κτύπησε με αγαλλίαση την υπό σχηματισμό παχυλή του γαστέρα και αναχώρησε για καφέ προς την Λέσχη Αξιωματικών της ακριτικής φρουράς, που στην συγκεκριμένη περίπτωση βρισκόταν δίπλα ακριβώς στο διοικητήριο.

Σε δύο-τρεις εβδομάδες έφτασε το αντίγραφο του διαβιβαστικού της Μεραρχίας στο Σώμα Στρατού. Η Μεραρχία ακολουθούσε την θετική εισήγηση του Τάγματος, και ο φίλος μας κάνοντας τους υπολογισμούς διαπίστωσε με ευχαρίστηση ότι ο σιτιστής θα απολυόταν στους 28 και όχι στους 56 μήνες.

- Τι είναι αυτό, στρατιώτη, ρώτησε εκνευρισμένος ο υπολοχαγός, μόλις διάβασε το διαβιβαστικό.
- Η Μεραρχία διαβιβάζει τον φάκελο του σιτιστή στο Σώμα Στρατού, κύριε λοχαγέ.
- Και ποιος σου είπε να το στείλεις; Αυτός ο κουμμουνιστής έπρεπε να υπηρετήσει διπλή θητεία για να πάρει ένα καλό μάθημα. Να μάθει τι σημαίνει να είσαι πατριώτης.
- Συγνώμη, κύριε λοχαγέ. Ο φάκελος, βρισκόταν στα «Προς ενέργεια» και δεν μου είχατε δώσει κάποιες οδηγίες σχετικά. Αν θέλατε να τον καθυστερήσετε ας το βάζατε στο συρτάρι σας χωριστά.
- Τέλος πάντων, άλλη φορά δεν θα φεύγει τίποτα χωρίς την έγκρισή μου, από εδώ μέσα. Το κατάλαβες;
- Φυσικά. Μείνετε ήσυχος κύριε λοχαγέ.

Ο φίλος μας είχε κυρίως καταλάβει πολύ καλά τι σήμαινε πατριώτης. Το βράδυ, μετά το συσσίτιο, ψιθύρισε στο σιτιστή πως η υπόθεσή του είχε πάρει το δρόμο της και ότι δεν είχε πλέον τίποτε να φοβηθεί. Ο ίδιος βέβαια ένοιωσε κάποιες ανατριχίλες αναλογιζόμενος τι είδους «πατριωτισμοί» υπάρχουν και πως πληρώνουν τους πραγματικούς πατριώτες οι κίβδηλοι.

2008/08/12

Τα τρία αδέλφια

Το εστιατόριο του πατέρα μου ανήκε στον ίδιο και στα δύο του αδέλφια. Ο πρεσβύτερος, ο Νίκος ήταν ο γενικός διαχειριστής. Ο δεύτερος, ο Μιχάλης ήταν στην κουζίνα. Και ο πατέρας μου ο Μανώλης, ο νεώτερος, ήταν επί της υποδοχής (ο maître d'hôtel θα λέγαμε σήμερα).

Ο θείος Νίκος πέθανε όταν ήμουν μικρός, μόλις που τον αχνοθυμάμαι. Ήταν εκείνος που με τη στιβαρή του διαχείριση δημιούργησε την επιχείρηση και την κράτησε κερδοφόρα μέχρι το θάνατό του. Κρατούσε τους λογαρισμούς αυστηρότατα και όλοι τον σεβόντουσταν και τον υπάκουαν. Μετά τον θάνατό του ο θείος Μιχάλης και ο πατέρας μου μοιράστηκαν το βάρος της διαχείρισης. Ο θείος κρατούσε το μαγαζί από το πρωί μέχρι το απόγευμα και ο πατέρας μου από το απόγευμα μέχρι τα μεσάνυχτα ή και παραπάνω.

Θυμάμαι τον θείο Μιχάλη στο ταμείο να κάνει λογαριασμούς, κυρίως προσθέσεις δεκάδων αριθμών, με ταχύτητα που μου φαινόταν ασύληπτη. Και το αποτέλεσμα ήταν πάντα σωστό. Μερικές φορές μου ζητούσε να ελέγξω τους λογαρισμούς και παρόλο που ήμουν καλός στα μαθηματικά μου έπερνε πολύ περισσότερο χρόνο. Δεν ξέρω αν είχε βγάλει όλο το δημοτικό. Εγώ τότε ήμουν στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου.

Η συνεργασία των αδελφών είχε βέβαια τα προβλήματά της αλλά οι σχέσεις τους επικεντρωνόταν πάντα στο συμφέρον του «μαγαζιού» και στην εξυπηρέτηση του «πελάτη». Λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Νίκου αποχώρησε και ο πατέρας μου από την επιχείρηση για λόγους υγείας και λίγο μετά το κτήριο* κατεδαφίστηκε. Πρόσφατα διάβασα ότι το ΤΣΜΕΔΕ στο οποίο ανήκε το οικόπεδο, το παραχώρησε στο ΤΕΕ το οποίο και θα κατασκευάσει εκεί τα κεντρικά του γραφεία.

* Το κτήριο είχε στεγάσει το υπηρετικό προσωπικό και τους σταύλους της ακολουθίας του Όθωνα όταν είχε φτάσει στην Ελλάδα - ο ίδιος έμεινε λίγο πιό πάνω στν Πλατεία Κλαυθμώνος σε ένα κτήριο το οποίο διατηρείται ακόμη.

2008/08/11

Πιπεριές Φλωρίνης με φέτα

Προχτές έφταξα στα γρήγορα ένα απλό, εύγευστο και ομορφοθώρητο πιάτο. Χρησιμοποίησα μερικές πιπεριές Φλωρίνης, λίγη φέτα, λίγο μαϊντανό, αλάτι, πιπέρι, ρίγανι και λίγο λάδι.

Αφού αφαίρεσα τα κοτσάνια από τις πιπεριές, τις ανοιξα κατά μήκος, καθάρισα τα σπόρια, τις αλάτισα και τις έβαλα σε ένα ταψί. Στη συνέχεια τις γεμισα με τη φέτα (αν η φέτα είναι αλμυρή ίσως να μην χρειαστεί να τις αλατίσετε), έβαλα τη ρίγανη και το μαϊντανό και τους έριξα από πάνω το λαδάκι. Τις έψησα γύρω στη μιά ώρα στο φούρνο στους 150 °C, και μου φάνηκαν υπέροχες - ίσως να πεινούσα και λιγάκι ...

2008/01/08

Αγγαρείες

Είχα συνηθήσει στις «αγγαρείες» πολύ πριν πάω στο στρατό. Αγγαρείες λέγαμε τις προπαρασκευαστικές εργασίες που έκαναν οι σερβιτόροι και οι βοηθοί πριν αρχίσει η μεσημεριανή ή η βραδυνή βάρδια. Σκούπισμα της αίθουσας, στρώσιμο των τραπεζιών με λευκά τραπεζομάντηλα (Ο Κήπος ήταν εστιατόριο Α' κατηγορίας), καθάρισμα λαχανικών, πατατών και λοιπών ζαρζαβατικών, καθάρισμα στις τουαλέτες και χίλιες δυό άλλες μικροδουλειές, που όμως είναι απαραίτητες για την ομαλή λειτουργία του καταστήματος.

Ανάμεσα στις πιό εντυπωσιακές αγγαρείες που μου έλαχαν, ήταν να φτιάξω μουστάρδα και να γεμίσω τις μουσταρδιέρες αλλά και να πλύνω έντερα για το κοκορέτσι. Το εστιατόρίο μας είχε δική του ψησταριά με ειδικό ψησταριέρη και προσέφερε κάθε μέρα κοκορέτσι και ψητό αρνί, καμμιά φορά και γουρουνόπουλο. Θυμάμαι τον περίφημο Αποστόλη (που μετέπειτα έγινε ψησταριέρης στην ταβέρνα τα "4 Αδέλφια" στη Βάρη) ο οποίος έφτιαχνε μόνος του με δεξιοτεχία το κοκορέτσι χρησιμοποιώντας τα έντερα που είχα παιδευτεί να πλύνω στη λάντζα. Χρόνια αργότερα, η αποκτηθείσα τεχνογνωσία μπήκε σε εφαρμογή στις Βρυξέλλες όταν με τον φίλο μου το Δημήτρη φτιάξαμε κατ' επανάληψη κοκορέτσι πασχαλινό.

2008/01/06

Λαντζέρης

Η θητεία μου ως βοηθού σερβιτόρου διακόπηκε αρκετές φορές όταν μου ανατέθηκαν καθήκοντα στη λάντζα και στο πλύσιμο των ποτηριών. Τα ποτήρια πλένονταν χωριστά στον επιλεγόμενο μπουφέ, στον οποίο εκτός από εκείνον που έπλενε τα ποτήρια υπήρχε και άλλος ένας για τις σαλάτες, τα τυριά και τα φρούτα. Εγώ που έπλενα τα ποτήρια, έπρεπε να σερβίρω και τα ποτά (μπύρες, αναψυκτικά, κρασιά).

Θυμάμαι άλλη μια έντονη στιγμή από τη θητεία μου στα ποτήρια, όταν ένας σερβιτόρος μου έφερε πίσω ένα ποτήρι γεμάτο νερό, το οποίο υποτίθεται πως είχα μόλις πλύνει, αλλά με έντονα αποτυπώματα κραγιόν. Όχι μόνο δεν μου ξανάφυγε βρώμικο ποτήρι, αλλά από τη μανία μου να τα τρίβω και να τα ξανατρίβω, μου έσπασαν και μερικά στα χέρια.

Στο μπουφέ έμαθα να κάνω αγγουροντοματοσαλάτες, γεωμετρικά διαμορφωμένες στο πιάτο, και να κόβω τη φέτα σε ενιαία κομμάτια με βάρος εντός των ορίων που προέβλεπε η αγορανομία. Πάνω απ' όλα όμως έμαθα να κόβω το καρπούζι σε φέτες, κάθεμιά από τις οποίες είχε «καρδιά», στεκόταν όρθια στο πιάτο και ζύγιζε όσο προέβλεπαν οι κανονισμοί. Μέχρι σήμερα με φωνάζουν να κόψω το καρπούζι στο σπίτι ...

Θήτευσα επίσης στα πηρούνια, στα πιάτα και στις κατσαρόλες. Η λάντζα είναι ένας χώρος ιδιαίτερος σε ένα εστιατόριο. Ίσως σήμερα με τα αυτόματα πλυντήρια τα πράγματα να έχουν αλλάξει, αλλά τότε οι λαντζέρηδες το διασκέδαζαν. Ανέκδοτα, ιστορίες, πλάκες, γέλιο. Το εστιατόριο είναι ένας ζωντανός οργανισμός όπου όλοι είναι απαραίτητοι. Και παρά τις ανθρώπινες διαφορές και τα καθημερινά προβλήματα, επικρατεί συνήθως μια ατμόσφαιρα πανυγηριού και υπερδιέγερσης, που ενώ σε αφήνει κουρασμένο στο τέλος της βάρδιας, σου έχει χαρίσει και μοναδικά συναισθήματα χαράς γιατί πέτυχες να εξυπηρετήσεις και να «ταΐσεις» τους πελάτες για άλλη μια φορά.

2007/10/22

Αρνάκι λεμονοπορτοκαλάτο

Υλικά: ένα κομμάτι αρνί (ώμος ή μπούτι, ντόπιο ή Ιρλανδίας ή Νέας Ζηλανδίας), 1-2 λεμόνια, 2-3 πορτοκάλια, σκόρδο, αλάτι, πιπέρια, ρίγανη, 1 κουταλιά λάδι, λίγο νερό (ενδεχομένως 1-2 ψιλοκομμένα κρεμύδια).

Προετοιμασία: καθαρίζουμε τα σκόρδα και τα εμφυτεύουμε στο κρέας. Βάζουμε το αλάτι, τα πιπέρια (λίγο μαύρο πιπέρι, λίγο κόκκινο, κλπ.) και τη ρίγανη στο κρέας και το τοποθετούμε σε μια γάστρα με το λάδι, καθώς και το χυμό και τον πολτό (χωρίς τα κουκούτσια) από τα λεμόνια και τα πορτοκάλια. Ενδεχομένως ρίχνουμε και τα ψιλοκομμένα κρεμμύδια. Προσθέτουμε λίγο νερό, αν χρειαστεί, και το ψήνουμε σε φούρνο 180 °C επί 2 με 2,5 ώρες σκεπασμένο στη γάστρα. Μπορούμε να ρίξουμε μέσα και πατάτες αλλά και να το προσφέρουμε με ρύζι πάνω στο οποίο ρίχνουμε την σάλτσα.